Ο “Καποδίστριας” του Γιάννη Σμαραγδή βγήκε στις ελληνικές αίθουσες ανήμερα Χριστούγεννα. Από τότε μέχρι και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ταινία έχει καταφέρει να κόψει λίγο λιγότερα από 400.000 εισιτήρια, κάτι που αν μη τι άλλο αποτελεί έναν αδιανόητο εισπρακτικό θρίαμβο. Όταν αποσυρθεί πια από τις αίθουσες, θα είναι σίγουρα από τις πιο επιτυχημένες ταινίες όλων των εποχών.
Ομολογώ ότι πήγα και εγώ να παρακολουθήσω την ταινία με διάφορες προκαταλήψεις στο κεφάλι μου. Ο λόγος γι' αυτή είχε ήδη ναρκοθετήσει την παρακολούθησή της. Εν πάση περιπτώσει, όμως, ήθελα να τη δω για να έχω γνώμη.
Διαβάστε Επίσης: Όταν όλη η Αθήνα πήγε σινεμά: Η ταινία που έκοψε τα περισσότερα εισιτήρια στην Ελλάδα
Αυτό που είδα ήταν τελικά πολύ χειρότερο από αυτό που περίμενα. Μία ταινία που είχε καλή φωτογραφία, 2-3 αξιοπρεπείς ερμηνείες αλλά μετά χανόταν σε ένα αγιογραφικό μελόδραμα ενός ερωτευμένου σούπερ ήρωα τον οποίο έφαγαν κάτι απολύτως σκοτεινοί τύποι. Η αλήθεια είναι ότι αυτό το απόλυτο δίπολο καλού-κακού ταιριάζει σε μία αγιογραφία, οπότε ο Γιάννης Σμαραγδής υπήρξε σε αυτό ειλικρινής από την αρχή μέχρι το τέλος. Αγιογραφία από αγιογραφία βέβαια διαφέρει και στο πώς πραγματώνεται η συγκεκριμένη υπάρχουν τρομερά προβλήματα.
Οι δύο τύποι που ακολουθούσαν παντού τον Καποδίστρια
Ενδεικτικά σκέφτομαι το πώς απεικονίστηκε ο Μέτερνιχ ως ένας villain που βρισκόταν στο ίδιο γραφείο όσο περνούσαν οι δεκαετίες μηχανορραφώντας εναντίον του Καποδίστρια και χτυπώντας συνεχώς το χέρι στο τραπέζι, όταν νευρίαζε. Κάποιες φορές, ήταν τόσο καρτουνίστικη η απεικόνισή του, που ξέχναγες ότι απέναντί του ήταν ο Καποδίστριας, αλλά νόμιζες ότι κυνηγούσε τα στρουμφάκια. Ο στόχος ήταν ο Darth Vader, το αποτέλεσμα ήταν ο Δρακουμέλ.
Ακόμα καλύτερο ήταν το exposition που διαπερνά σχεδόν όλη την ταινία. Ως εργαλείο για την προώθηση της πλοκής, πίσω από τον ουρανόφερτο Ιωάννη Καποδίστρια υπήρχαν δύο τύποι οι οποίοι πολύ συχνά εξηγούσαν ο ένας στον άλλον τι συνέβαινε. Ουσιαστικά, δηλαδή, ήταν ένας αφηγητής, που ακολουθούσε κατά πόδας τον Καποδίστρια, εξηγούσε τι έκανε (ή τι θα κάνει) και άλλος ένας τύπος που καθόταν και τα άκουγε.
Σε άλλο σημείο, δύο οπλαρχηγοί τσακώνονται. Σε κάτι που θύμισε Φορτουνάκηδες και Βροντάκηδες αυτοί εμφανίστηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον και ο Καποδίστριας έλυσε την έχθρα τους μέσα σε δευτερόλεπτα. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω αν αυτή η σκηνή ήταν στα σοβαρά ή comic relief.
Το μελόδραμα ως σκελετός της ταινίας και η πολιτική σκακιέρα
Πολύ χώρο στην ταινία πήρε ο έρωτας του Κυβερνήτη με τη Ρωξάνδρα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ελάχιστα μάς συγκίνησε αυτός ο έρωτας μίας και αποδόθηκε κατά βάση με ανταλλαγή γραμμάτων και με αναίτιες χορογραφίες, χωρίς φυσικά οτιδήποτε σαρκικό το οποίο δεν θα ταίριαζε καθόλου σε έναν άγιο-διπλωμάτη. Και εδώ ο Σμαραγδής υπήρξε συνεπής με τον αρχικό στόχο της ταινίας του.
Στον αντίποδα της ρομαντικής του ζωής, ένας υπεράνθρωπος διπλωμάτης. Μέσα σε αυτό βλέπουμε να του σκάνε ιδέες οι οποίες πείθουν σε δευτερόλεπτα τους κατάλληλους ανθρώπους, οι οποίοι αναφωνούν «ιδιοφυές» για πλάνα που οκ δεν είναι και τόσο ιδιοφυή όπως παρουσιάζονταν. Λατρεία από Γάλλους και Ελβέτους οι οποίοι ένιωθα ότι στη μισή ταινία τον υποδέχονται. Από την άλλη, υπάρχουν οι «κακοί» οι οποίοι σκαρφίζονται διαβολικά πλάνα επίσης σε δευτερόλεπτα. Ο ένας τα λέει, ο άλλος τα αποθεώνει.
Μία τεράστια εμπορική επιτυχία
Μπορεί να πεις πάρα πολλά πράγματα για την ταινία. Μπορείς να μένεις με ανοιχτό το στόμα σε κάποιες φάσεις. Μπορεί ακόμα να σου χτυπήσει την πόρτα η ματαιότητα για το πού βαδίζει η καλλιτεχνική παραγωγή αυτής της χώρας. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο Γιάννης Σμαραγδής με τον “Καποδίστρια” νίκησε.
Η προσωπογραφία που έφτιαξε δείχνει να αφορά μαζικά κοινά και μάλλον κοινά των οποίων το σινεμά δεν είναι βασικός τρόπος διασκέδασης. Τα εισιτήρια είναι ένας δείκτης. Τα χειροκροτήματα στο τέλος της ταινίας ένας δεύτερος.
Συνεχίζω να πιστεύω ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που πήγαν στα σινεμά είναι αυτοί που πήγαν να δουν μία ταινία για να περάσουν την ώρα τους. Σε αυτούς όμως εντυπώθηκε μία συμπαγής και τελείως απλοϊκή εικόνα για την ελληνική ιστορία η οποία λογικά θα μείνει ακλώνητη. Ποιος θα κάτσει να διαβάσει για τον Καποδίστρια; Και αυτό δεν είναι πρόβλημα του Σμαραγδή. Δεν είναι καν δικό τους.
Σε κάθε περίπτωση, το να μαζέψεις τη συνθετότητα μίας ιστορικής περιόδου είναι αν μη τι άλλο πολύ δυσκολότερη αποστολή από το να φτιάξεις μία αγιογραφία ενός ατσαλάκωτου καλού που πολεμάει το κακό. Το γκρίζο δεν χωράει σε εθνικές μυθολογίες και ο Καποδίστριας, το αιώνιο what if της ελληνικής ιστορίας, αποκτά πλέον τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αξιοπρεπούς στην ερμηνεία του, Αντώνη Μυριαγκού.

Γιατί συνέβη αυτό;
Η προσπάθεια αγιοποίησης ανθρώπων που έδρασαν στην πολιτική ζωή της χώρας, ιδίως κατά τη σύστασή του ελληνικού κράτους, δεν είναι προφανώς καινούργια διαδικασία. Τα κοινά που πήγαν να παρακολουθήσουν την ταινία, πήγαν να δουν την ιστορία ενός πολιτικού για τον οποίο γνωρίζουμε αν μη τι άλλο ελάχιστα. Κατά βάση, αυτού στον οποίο έχουν αποδοθεί τις εθνικές φαντασιώσεις μίας διαφορετικής Ελλάδας.
Η μυθολογία του Καποδίστρια έχει φτιάχτει με τέτοιον τρόπο, ώστε να ταυτίζεσαι μαζί της. Όποιος και αν είσαι, ό,τι και αν πιστεύεις. Πολύ πιθανόν, οι τύποι που πλακώθηκαν στη Φλώρινα για τον σταυρό ή οι ΟΠΕΚΕΠΕδες να έριξαν ένα δάκρυ συγκίνησης στο τέλος της ταινίας. Ή αυτοί που σχολίαζαν οργισμένοι κάτω από οποιονδήποτε είδε την ταινία και δεν του άρεσε, να επαναλαμβάνουν μονότονα ότι «το πρόβλημα της χώρας είναι ότι φαγωνόμαστε μεταξύ μας».
Για έναν σινεφίλ μπορεί να είναι παντελώς ξένος ένας χαρακτήρας που επί δύο ώρες και δέκα λεπτά ούτε καν διανοήθηκε να κάνει κάτι λάθος ή ηθικά μεμπτό. Για τον τρόπο που προσλαμβάνεται η ιστορία όμως αυτό είναι κάτι απολύτως σύνηθες. Ο Γιάννης Σμαραγδής καθόλη την ταινία έδειξε ότι ξέρει αδιανόητα καλά το δυνάμει κοινό του. Από το τεράστιο φεγγάρι που θύμισε συνομιλία της μάνας μου στο viber μέχρι το ενδόμυχο μίσος για τη δολοπλοκία που ξεκινάει από την ιστορία και φτάνει μέχρι τα reality κάνοντας εθνικό ήρωα τον Ντάνο.
Επόμενως, σε αυτό το lore που έχει φτιαχτεί για τον "Καποδίστρια" από την αρχή μέχρι το τέλος, ελάχιστη σημασία έχει αν η ταινία είναι καλή ή κακή. Όπως ακριβώς δεν έχει καμία σημασία αν τελικά μία σχολική παράσταση είναι καλή ή κακή. Δεν ξέρω φυσικά πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα αυτών που πήγαν στο σινεμά για να δουν μία ταινία και αυτών που πήγαν στο σινεμά για να δουν μία προτομή. Δεν ξέρω καν αν αυτό το χάσμα «χρειάζεται» να γεφυρωθεί.
- Βιολάντα: Έφεση στην απόφαση προφυλάκισης από τον ιδιοκτήτη - Σε ποιους ρίχνει τις ευθύνες
- Αυστρία: Ορειβάτης εγκατέλειψε τη σύντροφό του στα 3.798 μέτρα - Η επιστολή μετά τον θάνατο της
- Δένδιας: «Τέλος στη θητεία - παρωδία - Έχουμε ζωντανή απειλή» - Τι αλλάζει με την Ατζέντα 2030
- Πρίγκιπας Άντριου: Το στοιχείο που αν επαληθευτεί μπορεί να οδηγήσει τον βασιλιά Κάρολο σε παραίτηση
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.